Η κατάντια της μεταπολιτευτικής Ελλάδας αναδείχτηκε ξανά την προπερασμένη εβδομάδα, αυτή τη φορά με αφορμή τον τραγικό θάνατο των δύο νεαρών αστυνομικών της ομάδας ΔΙΑΣ. Οδύνη και συγκίνηση από φίλους, συγγενείς και απλούς πολίτες στις κηδείες των δύο παλικαριών στα Τρίκαλα και το Περιστέρι, χλιαρές δηλώσεις καταδίκης και συμπαράστασης από κόμματα και δημοσιογράφους, και το θέμα έληξε. Αβίαστα ανατρέχει κανείς στο Δεκέμβρη του 2008, όταν μετά το θάνατο του 16χρονου μαθητή στα Εξάρχεια κάηκε η Αθήνα. Επί εβδομάδες, αν όχι μήνες, η είδηση ήταν πρώτο, αν όχι αποκλειστικό, θέμα στα μέσα ενημέρωσης, διαδηλώσεις επί διαδηλώσεων σάρωναν όλη τη χώρα, κόμματα και λοιποί φορείς δήλωναν επί μέρες συντετριμμένοι, δημοσιογράφοι ξεχείλιζαν από οργή για τη βαρβαρότητα των κρατικών μηχανισμών καταστολής, ακαδημαϊκοί και πλήθος ιδεολόγοι ανέλυαν με περισσό ζήλο τα βαθύτερα αίτια της αγανάκτησης μιας κοινωνίας που ένιωθε πλέον ανυπεράσπιστη απέναντι στην αστυνομική βία.
Τα δύο περιστατικά ασφαλώς δεν είναι συγκρίσιμα, ούτε ως προς τα πρόσωπα ούτε ως προς τις συνθήκες. Η αντίδραση όμως της κοινωνίας σε αυτά επιτρέπει να εξαχθούν συμπεράσματα. Η δολοφονία των δύο αστυνομικών σε μερικά κανάλια δεν ήταν καν πρώτη είδηση και σε μια εβδομάδα θα έχει σχεδόν ξεχαστεί. Κανένα κόμμα και κανείς δημοσιογράφος δεν ξεσήκωσε το λαό να κατεβεί στους δρόμους, όπως έγινε τον προπερασμένο Δεκέμβρη. Κανένας Τσίπρας και καμία Παπαρρήγα δεν θεώρησαν το θάνατο των δύο παιδιών αρκετό για να προκαλέσει τη λαϊκή οργή. Κανείς δεν οργάνωσε πορείες διαμαρτυρίας στο Σύνταγμα, κανείς δεν κάλεσε τους μαθητές και τους φοιτητές σε διαδηλώσεις, κανένας από τους περίλαμπρους ακαδημαϊκούς της χώρας – αυτούς που σπεύδουν οργισμένοι έξω από τα δικαστήρια κάθε φορά που συλλαμβάνεται ένας βάνδαλος αναρχικός - δεν βρήκε να πει δυο κουβέντες για τα δύο παλικάρια που μόλις ξεκινούσαν τη ζωή τους. Γιατί;
Από το 1981 και μετά η κυρίαρχη ιδεολογία στην Ελλάδα είναι ένα θολό και ασαφές κακέκτυπο σοσιαλιστικού αναρχισμού. Μπορεί η κυβερνητική αλλαγή του 1981 να σκόρπισε στην κοινωνία την ελπίδα της δημοκρατικής αναγέννησης, όμως η «προοδευτική» επανάσταση που υποτίθεται ότι ευαγγελιζόταν ο Ανδρέας Παπανδρέου οδήγησε τη χώρα στο άλλο άκρο. Από τη δικτατορία περάσαμε στην οχλοκρατία, χωρίς να βιώσουμε τη δημοκρατία ποτέ. Η ζυγαριά, που επί δεκαετίες έγερνε προς το φασισμό της δεξιάς, έγειρε πλέον στο φασισμό της αριστεράς, χωρίς να καταφέρει να ισορροπήσει ούτε μια στιγμή. Η Ελλάδα του 2011 είναι μια χώρα που, 62 χρόνια από τη λήξη του εμφυλίου και 37 χρόνια από τη λήξη της δικτατορίας, εξακολουθεί να επικαλείται τα ιδεολογικά της τραύματα και τις πολιτειακές της μνήμες για να δικαιολογήσει στον ίδιο της τον εαυτό την αδυναμία της να καταστεί αληθινή αστική δημοκρατία. Εδώ και τρεις δεκαετίες παραπαίει σε έναν ατέρμονο λαϊκιστικό κατήφορο, με μια κοινωνία δέσμια μιας ψευδοαντιδραστικής νοοτροπίας και μια ηγεσία που χαϊδεύει τις μάζες με πολιτικά συνθήματα στα όρια του κομμουνιστικού παραληρήματος.
Τα δύο παλικάρια που χάθηκαν την περασμένη εβδομάδα ήταν δυστυχώς κομμάτι του κατεστημένου. Τμήμα του μηχανισμού καταστολής. Το προφίλ τους δεν ταίριαζε με την εκφυλιστική αριστερή υποκουλτούρα που έχει διεισδύσει σε όλα τα μήκη και πλάτη της ελληνικής κοινωνίας. Φορούσαν στολή και στην Ελλάδα η στολή είναι μισητή. Στην εκπομπή του Λαζόπουλου μπορεί να έχουν θέση οι προκηρύξεις των τρομοκρατικών οργανώσεων και τα συνθήματα των αναρχικών, όμως δεν έχουν θέση τα δάκρυα και ο πόνος των χιλιάδων νέων που κατατάχτηκαν στο στρατό ή τα σώματα ασφαλείας για να βγάλουν το ψωμί τους και βλέπουν τώρα δύο συναδέλφους τους σε φέρετρα. Τον αδικοχαμένο Αλέξη τον έκλαψαν όλοι και φρόντισαν να βροντοφωνάξουν την οδύνη τους. Τους δύο εξίσου αδικοχαμένους αστυνομικούς τους έκλαψαν λίγοι και οι πιο πολλοί από αυτούς κράτησαν τον πόνο τους βουβό, γιατί ο πόνος αυτός στη σημερινή Ελλάδα είναι ιδεολογικά σχεδόν ύποπτος.
Μια κοινωνία αναίσθητη προκαλεί θλίψη. Μια κοινωνία όμως επιλεκτικά ευαίσθητη προκαλεί φόβο και οργή. Μια κοινωνία που βάζει το θάνατο νέων ανθρώπων σε ζυγαριά και αποφασίζει ποιους θα θρηνήσει και ποιους όχι είναι σάπια μέχρι το κόκκαλο. Μια κοινωνία που βλέπει ατάραχη έναν αστυνομικό να καίγεται στην πλατεία Συντάγματος από βόμβες μολότοφ διαδηλωτών και την ίδια ώρα διαρρηγνύει τα ιμάτιά της από οργή όταν οι αστυνομικοί συλλαμβάνουν τους αναρχικούς που έχουν προηγουμένως κάψει όλη τη Σταδίου είναι άθλια, υποκριτική και βρώμικη. Είναι ΦΑΣΙΣΤΙΚΗ, την ίδια στιγμή που θεωρεί ότι αγωνίζεται κατά του φασισμού και της κρατικής βίας. Είναι η ίδια κοινωνία που φοροδιαφεύγει, που λαδώνει και λαδώνεται, που εκβιάζει με απεργίες και διαδηλώσεις τους πάντες και τα πάντα για να σώσει τα κεκτημένα της, που αναζητά διεθνείς συνωμότες για να δικαιολογήσει τη χρεοκοπία της. Είναι η κοινωνία του «δεν πληρώνω», η κοινωνία του «δε βαριέσαι», η κοινωνία που έμαθε μόνο να ζητάει και ποτέ να δουλεύει, η κοινωνία που θεωρεί δικαίωμα το κλείσιμο του Προμαχώνα με τρακτέρ, το μπλοκάρισμα των εθνικών οδών με φορτηγά, το κατέβασμα του διακόπτη από τους συνδικαλιστές της ΔΕΗ, την ακινητοποίηση των τρένων από τους συνδικαλιστές του ΟΣΕ. Μια κοινωνία που για να ξορκίσει το όποιο δεξιό παρελθόν της αποφάσισε να ζει πλέον σε αναρχία και να καίει στην πυρά ως φασίστα όποιον τολμά να μιλήσει για νόμο και τάξη. Μια κοινωνία, εν τέλει, που βάλλει συνεχώς κατά πάντων χωρίς να συνειδητοποιεί ότι αποδομεί αργά και σταθερά τον ίδιο τον εαυτό της.
Σε αυτή την αρρωστημένη και παρασιτική κοινωνία ήρωες γίνονται αναρχικοί τρομοκράτες τύπου Κουφοντίνα ή κρατικοδίαιτοι συνδικαλιστές τύπου Φωτόπουλου. 22χρονα παιδιά σαν τον συντοπίτη Γιώργο Σκυλογιάννη, που κάνουν όνειρα, αγωνίζονται και τελικά φεύγουν τόσο άδικα και τόσο νωρίς, δεν έχουν θέση εδώ. Θα τους κλάψουν σιωπηλά όσοι λίγοι πιστεύουν ακόμα στους αληθινούς ήρωες…
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου